Το χρονικό του τέλους της λογικής ξεκινάει κάπως έτσι: Πάω να κάνω μια απλή συναλλαγή σε ATM με κάρτα μιας τράπεζας σε μία άλλη τράπεζα και σκέφτομαι «δεν γαμιέται, ας κρατήσουν και την προμήθεια» (που δεν ξέρω ποτέ αν είναι εβδομήντα σεντς ή ενάμισι ευρώ) προκειμένου να τρέχω να βρω τέτοια τράπεζα [της κάρτας] που να μην γίνεται το κουλασιόν. Δηλαδή, εκεί που παίρνω τα ευρά από το μηχάνημα, ξεχνάω την κάρτα (ούσα κόρη ξανθή) πάνω στο μηχάνημα, μπαίνω στην τράπεζα να κάνω την συναλλαγή μου και στο λεπτό συνειδητοποιώ ότι ξέχασα την κάρτα στο μηχάνημα. Εδώ δώστε έμφαση, βγαίνω το λοιπόν έξω και βλέπω ότι η κάρτα έχει κάνει φτερά, ξαναμπαίνω λίγο αναψοκοκκινισμένη στο κατάστημα και λέω στον υπεύθυνο με IQ ραδικιού τα καθέκαστα, μήπως κάποιος καλός χριστιανός είδε την κάρτα και την έφερε μέσα να την πάρω η ξεμυαλισμένη, να πάω στην ευχή.

Ο υπάλληλος που δεν έχει ξυπνήσει από την καλή μεριά του κρεβατιού, απαντά αργά και βαριεστημένα και με ενημερώνει ότι αν άφησα την κάρτα στο μηχάνημα το μηχάνημα την τραβάει μέσα στο λεπτό, δηλαδή το μηχάνημα τα ρουφάει όλα μέσα. Οπότε, θα ανοίξει το μηχάνημα, αλλά ακόμα και αν βρει την κάρτα μου, η τράπεζα θα την καταστρέψει! Εκεί καίω τα πρώτα εγκεφαλικά κύτταρα, του λέω «κοίτα αγόρι, είμαι η κυρία Αγοράκη αυτοπροσώπως, δες τι λέει η ταυτότητα ‘Α- γο – ρά – κη’, ξανθή στην ταυτότητα, ξανθή και στην πραγματικότητα, οπότε τι να καταστρέψει η τράπεζα; Δώστε μου την κάρτα και ας συνεχίσει ο καθένας την μέρα του όπως νομίζει». Εκεί ο υπάλληλος ξυπνάει σαν να ρούφηξε μεγάλη γουλιά από τη φραπεδιά του και άνοιξε το μάτι του και λέει:

«Πράγματι, βρήκαμε την κάρτα σας, αλλά τώρα δεν σας ανήκει, ανήκει στην τράπεζά μας»

«Πώς κατακτήσατε αυτή την ιδιοκτησία; Πώς κάτι δικό μας σας ανήκει;».

(Παύση). «Δεν σας καταλαβαίνω, να πάτε στην τράπεζα σας να δηλώσετε απώλεια και μετά να βγάλετε καινούργια κάρτα».

«Μα δεν την έχασα, μπορείτε να μου τη δώσετε; Την κρατάτε στα χέρια σας».
(εκεί ένοιωσε ευάλωτος ότι μπορεί να του την τραβήξω και την έβαλε σε ένα συρτάρι).

«Είναι η πολιτική της τράπεζάς μας», λέει, «λυπάμαι». Μου θυμίζει χειρουργό μετά από αποτυχημένη εγχείριση ανοικτής καρδιάς που λέει ο ασθενής δεν άντεξε, λυπάμαι.

«Και πόσο κρατάει αυτό το πανηγυράκι; Με αιτήσεις κλπ, δηλαδή πότε θα έχω καινούργια κάρτα;»

«Σε πέντε με δέκα εργάσιμες μέρες, μετά την αίτηση».

«Δηλαδή θα μπω στην διαδικασία να κάνω αιτήσεις να περιμένω δέκα μέρες και όλα αυτά ενώ κρατάτε την κάρτα μου στα χέρια σας;».

Εκεί ακούω την δεύτερη πολιτική της τράπεζας (την πολιτική μου μέσα) και τελικά, μετά από πολλές πολιτικές, χαμένη στην μετάφραση του ιδιωτικού υπάλληλου-εργαζόμενου σε τράπεζα, φεύγω ηττημένη με την κάρτα μου στην παράλογη κατοχή τους και κατευθύνομαι τρομερά ανόρεχτα στην άλλη τράπεζα για νέα αίτηση, ταλαιπωρία και γραφειοκρατία. Εκεί μέσα θα ομολογήσω τα αποκαΐδια (μιλάω για τα εγκεφαλικά μου κύτταρα) έγιναν στάχτη και μπούρμπερη.

Μπαίνω στην άλλη τράπεζα, μου δείχνουν τον υπάλληλο, δεν θυμίζει τον Χορν, βαριέται, μου δίνει ένα χαρτί για αίτηση απώλειας. «Μα δεν ήταν απώλεια», του λέω με παράπονο (αλά Βουγιουκλάκη) «εκείνοι οι κακοί στην προηγούμενη τράπεζα την κράτησαν».

Ατάραχος ο υπάλληλος, ούτε μισό χαμόγελο συμπάθειας για την κάρτα που υπέστη κατοχή.

Με τα πολλά, γιατί πολλά ήταν (τους είχε τελειώσει και το χαρτί εκτύπωσης), υπογράφω αίτηση απώλειας και αμέσως μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα: Κατάσταση Ιονέσκο. Του ζητάω να κάνω αίτηση για καινούργια κάρτα και τότε μου δίνει ένα χαρτί με το τι πρέπει να έχω πριν κάνω αίτηση. Μιλάμε για χαρτούρα, όχι αστεία. Ξεροβήχω. –«ATM κάρτα θέλω, όχι πιστωτική».
«ΑΤΜ, ναι, κυρία Αγοράκη, κατάλαβα, παρόλα αυτά έχει αλλάξει η πολιτική της τράπεζάς μας» (ακόμα μια πολιτική).
Πρέπει να τους πάω εκκαθαριστικό σημείωμα του 2013 , αποδεικτικά παρούσης διεύθυνσης κατοικίας, επαγγελματική διεύθυνση ή ασκούμενο επάγγελμα, λογαριασμό από τηλέφωνο επικοινωνίας. «Τίποτα άλλο;», ρωτάω με μάτι που γυαλίζει, μήπως θέλετε τέστ παπ, καλλιέργεια ούρων, τριγλυκερίδια; Ο υπάλληλος δεν μιλάει. «Ξέρετε», του λέω και καθαρίζω την φωνή μου -και ξέρω ότι κάθε φορά που καθαρίζω την φωνή μου δεν είναι για καλό- «σε άλλες τράπεζες σου δίνουν καινούργια κάρτα ΑΤΜ μέσα σε δυο λεπτά».
Μου μιλάει για πολλοστή φορά για την πολιτική της τράπεζας -που τελικά σ’ αυτήν την χώρα η πολιτική είναι συνώνυμο της κουράδας- και φεύγω εκνευρισμένη, χωρίς κάρτα και χωρίς καθόλου διάθεση. Κοιτάζω το ρόλοι, έφυγα από τη δουλειά για να κάνω μια συναλλαγή για πέντε λεπτά, έχει περάσει μιάμιση και ώρα δεν έχω βγάλει άκρη. Για μερικά απρόσεκτα δευτερόλεπτα μπορείς να φας πακέτο και να χαθείς στον λαβύρινθο της τράπεζας, την ώρα που ο Μινώταυρος της γραφειοκρατίας πεινάει.

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη