1(2)

Δεν είχε προλάβει να βγει από τις φυλακές Αλικαρνασσού και αμέσως βρήκε δουλειά και μάλιστα σε κυριλάτο βιβλιοπωλείο. Ήταν κωλόφαρδος, του έκατσε καλά, πως το λένε, ήτανε να γίνει.

Θυμόταν τη μητέρα του. Ήθελε να κρατήσει κάτι από εκείνη. Του είχε πει να βρει μία δουλειά κανονική.

Η πρώτη μέρα στη δουλειά ήταν δύσκολη, δεκατρείς ώρες όρθιος, εγκαίνια στο μαγαζί, τζέρτζελο, χαμός, όλο το Ηράκλειο είχε έρθει και κοιτούσε τα βιβλία, τα παιχνίδια, τους υπολογιστές και όλες τις άλλες μαλακίες που πουλούσανε εκεί μέσα.

Ο Σταύρος δεν σήκωνε και πολλά, πολλά σαν άνθρωπος, γι’ αυτό άλλωστε και δεν ήταν και αυτό που λέμε “επιτυχημένος” στη ζωή του, παιδιά σκυλιά δεν είχε, νταραβεριζότανε με όποια έβρισκε, ήταν όμως ωραίος τύπος, με τις μουσικές του, τα τσιγάρα του τα σέρτικα, τις βόλτες του, τα πιστεύω του τα περίεργα.   Τύχαινε και είχε κάποια ελαφριά προϋπηρεσία σε βιβλιοπωλείο, δεν είπε και τίποτα με τον μισθό πείνας που του προσφέρανε, ήτανε και εμφανίσιμο παιδί οπότε όλοι ήταν ευτυχισμένοι.

460 ευρώ έπαιρνε και ξεποδαριαζότανε εκεί μέσα όλη μέρα (αυτό το γαμημένο το οχτάωρο κάποιος έπρεπε να το απαγορέψει επιτέλους, δεν έβλεπαν πως ήταν ανθυγιεινό;), κουβάλημα είχε μπόλικο, πριξαρχίδισμα επίσης μπόλικο, να βάλεις και στις τσέπες που λέμε, αλλά εκείνος δεν μάσαγε, είχε ανάγκη το χρήμα, ήθελε να πάρει και τον ίσιο το δρόμο, πιο πολύ αυτό ήταν ο ίσιος ο δρόμος και μαλακίες, δεν μιλούσε στην αρχή στις παραξενιές του αφεντικού, έκανε μόκο, χαμογελούσε σαν μαϊμού, έλεγε “ναι”, όλα καλά, χόρευε στο ρυθμό τους κανονικά και με το νόμο.

Στη φυλακή έκτισε ποινή ενός έτους σχεδόν (οχτώ μήνες με άλλον ένα μέσα στο κελί τον Αλεπού το πρεζάκι) γιατί είχε ληστέψει μιας γριάς το σπίτι στις Μεσαμπελιές και της είχε πάρει τη σύνταξη, τι σύνταξη δηλαδή, αυτό το πράμα το κουτσουρεμένο, γύρω στα 300 ευρώ, δεν υπερηφανευότανε κιόλας γι’ αυτό αλλά είχε ανάγκη τα λεφτά γιατί έπρεπε να ζήσει κι αυτός, δουλειά δεν έβρισκε, ήτανε και οξύθυμος πολύ και όλο κατέληγε να κοπανάει τα αφεντικά του και να του τραβάνε μηνύσεις. Ακόμα και τώρα που μιλάμε τρέχει στα δικαστήρια

Το κόλπο με το πενηντάρικο το είχε κόψει καιρό, τις μπούκες τις χοντρές επίσης. Είχε πάρει τον ίσιο δρόμο που λέμε ο Σταυρής μας.

Τον είχανε πιάσει στη πλατεία Συνάνη να τα πίνει στο ξακουστό καφενείο του Λόρδου την ίδια νύχτα οι ασφαλίτες. Είχε ρίξει παραγγελιά στον υπολογιστή του καφετζή το Δε Φιστ Οφ Δε Μάο Μάο του Σκρίμιν Τζέι Χόκινς και χόρευε ζεμπέκικο μπλουζ με το τσιγάρο στο στόμα νταλκαδιασμένος και τα ‘σπαγε, κάποιοι γέροι, φανατικοί θαμώνες του

Λόρδου Ατσαλενιώτες συνταξιούχοι του κρατούσανε θερμό κοντραμπάντο με παλαμάκια και κάνανε χάζι το παιδί τον Σταυρή τον νταλκαδιάρη, τον Κακοσταύρο.

Όταν μπήκανε μέσα στο καφενείο οι μπάτσοι με τα πολιτικά και τις χοιρινές μούρες όλοι το πήρανε χαμπάρι, περιμένανε αυτοί σαν κύριοι να τελειώσει το άσμα και τον μαζέψανε χωρίς φασαρία και πανικό μιας και ο Σταυρής είχε μόλις (ξανά)χωρίσει με την τελευταία του αγάπη τη Μυρτώ την Πλακούντα και δεν είχε όρεξη, μια βόλτα στη στενή θα τον έκανε να ξεχάσει το ντέρτι του.

Έλεγε και ξαναέλεγε από μέσα του πως η μάνα του έφταιγε για όλα, όχι που τον γέννησε, αλλά που ακόμα υπήρχε, όχι ο ίδιος αλλά η μάνα του, εκείνη η κακούργα που τόσο την αγαπούσε όμως και δεν μπορούσε να τη βγάλει από τη ζωή του κι όλο τη σκεφτόταν με ένα τρόπο υποσυνείδητο και ύπουλο.

Μέσα στη φυλακή δεν είχε και πολλά να κάνει, γυμναζότανε , έκανε δύο ακόμα τατουάζ, ένα με μία αρκούδα και άλλο ένα με το κεφάλι μιας γυναίκας, του τα χτυπούσε τσάμπα ο Πίτσος ο καλλιτέχνης ο Αλβανός που έπαιζε καλή μπάλα και έπαιζε και στον ΟΦΗ πιο παλιά, άμα του έδινε τσιγάρα και κανά μπάφο άμα είχε καβάτζα ο Σταύρος. Φασαρίες στην Αλικαρνασσό δεν είχε πολλές, μόνο μια φορά, το Πάσχα του 2012 ήτανε, ένα μήνα πριν πάρει το απολυόχαρτο, ένας άξεστος καινούριος Χαρακιανός πήγε να του κάνει πλάκα κεφαλοκλείδωμα στην τραπεζαρία μπροστά σε όλους, μαλάκας βοσκαράς ήτανε, και αναγκάστηκε ο Σταύρος να τον χτυπήσει στα νεφρά δυνατά με μία καρέκλα και να του κάνει ζημιά, ρήξη είπανε αλλά εκείνος δεν το πίστεψε γιατί ήξερε πως ήταν η ρήξη, τον χώσανε μία εβδομάδα στην απομόνωση, καθόλου ωραία, χωρίς χέστρα, τα έκανες όπου έβρισκες και μετά σε πλένανε όταν σε βγάζανε στη μέση της αυλής μπροστά σε όλους, ρεζίλι των σκυλιών γινόσουνα.

Το πρόσωπο του Σταύρου ήταν από κείνα τα πρόσωπα που ήταν σχεδόν πάντα ανέκφραστα, δεν ήξερε κανείς τι σκέφτεται και τι έχει ζήσει αυτό το πρόσωπο, έμοιαζε με 22 χρονών ενώ ήταν 34, γυμνασμένος αρκετά, με πολλά ψυχικά και σωματικά κουσούρια, ζαλάδες, ιγμόρια, κακά πνευμόνια, μυωπία. Ο Σταύρος έμοιαζε με καλό παιδί, παιδί που μόλις βγήκε στην αγορά εργασίας, πράγμα το οποίο ήταν μακριά από την αλήθεια μιας και ήταν στο κουρμπέτι από παλιά και γύριζε σα σβούρα κακιά.

Η βασική εργασία του Σταύρου, εάν εξαιρούσες εκείνη την μικρή περίοδο που είχε εργαστεί σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο κέντρο λόγω της μεγάλης αγάπης του για τα βιβλία, ήταν οι διαρρήξεις και οι μπούκες, όπως και το λεγόμενο πενηντάρικο. Είχε ανοίξει στην καριέρα του σαν μπουκαδόρος όλες τις κλειδαριές που υπήρχαν, ήξερε όλα τα μοντέλα συναγερμών απέξω και μπορούσε να μπουκάρει σχεδόν σε όλα τα σπίτια, με συναγερμό ή όχι. Στην πιάτσα τον ήξεραν σαν Σταύρος ο Κλειδαράς, Σταυρής, Κακοσταύρος, Στράβος, το τελευταίο λόγω της αυξημένης του μυωπίας, φορούσε πάντα κάτι γυαλιά σαν πατομπούκαλα σωστά και όλοι τον συμπαθούσανε γιατί ήτο γυαλάκιας, είχε ωραία μούρη και ήτο και νεοροκάς από τους λίγους, Σόνικ Γιουθ, Σπέισμεν Θρι και δε συμμαζεύεται.

Ο Σταυρής καταγότανε από τη Μεσαρά, από ένα χωριό που δεν το ήξερε κανείς, δεν υπήρχε ούτε στο χάρτη, με το όνομα Πασπαλιές, ο γέρος του πεθαμένος χρόνια τώρα και ο ίδιος διατηρούσε δυαράκι χλιδάτο στις Μεσαμπελιές με όλα τα κομφόρ για πολύ καιρό, στέκι για φίλους και εχθρούς.

Είχε όμως πέσει τελευταία πολύ η δουλειά με τις μπούκες, δεν υπήρχαν και πολλά σπίτια να μπεις πλέον, ο κόσμος δεν έχτιζε, δεν υπήρχε ρευστό στην αγορά, όλα είχανε λιμνάσει και μέσα στα νερά κολυμπούσανε κάτι δηλητηριώδη ερπετά με τη μορφή τραπεζιτών και πολιτικών μούτρων, απατεώνων μεγαλύτερης κλάσης από του Σταυρή, αφεντικάρες με χαρτάρες πανεπιστημιακές κρεμασμένες σε τοίχους που δεν είχανε φάει ούτε ένα στραπάτσο στη ζωούλα τους την ασφαλισμένη και τη μίζερη.

Έτσι ο Σταύρος το έριξε στην απλή απάτη, την κλασική μπινιά με το πενηντάρικο, έδινες πενηντάρικο σε ταμία γυναίκα (έπρεπε να είναι πάση θυσία γυναίκα και μάλιστα λίγο ψαρωμένη ή καινούρια) για κάτι μικρό που θα αγόραζες από ένα μεγάλο πολυκατάστημα εν ώρα αιχμής, το άφηνες στον πάγκο, έριχνες κάτω κάτι βαρύ, όπως ένα σταντ με κολιέ ας πούμε ή ένα σταντ με κολόνιες, δήθεν κατά λάθος, μετά το τράβαγες το πενηντάρικο με πολύ φιδίσιο τρόπο και έλεγες πως το έδωσες, ο/η ταμίας σε κοιτούσε σαν χαμένος, δεν ήξερε εάν το είχε πάρει μέσα στον σαματά, έπαιρνες σοβαρό ύφος προσώπου, σε πίστευε και σου έλεγε “μπερδεύτηκα τώρα, τι μου δώσατε; Πενηντάρικο;”, ο Σταύρος έλεγε “ναι” εκνευρισμένος πολύ δήθεν, έτοιμος να παραπονεθεί στην διεύθυνση, σου έδινε ρέστα από πενηντάρικο, τα τσέπωνε ενώ δεν είχε δώσει τσακιστή δραχμούλα από την τσέπη του. Το έκανε αυτό μία φορά την ημέρα, εκτός σαββατοκύριακο, και στο τέλος του μήνα μάζευε  “μισθό” ένα χιλιάρικο δικό του.

Θα σας πω κάτι τώρα, μεταξύ μας, ο Σταύρος δεν πολυγούσταρε τη μάνα του παρόλο που την αγάπαγε πολύ, με τον πατέρα του μια χαρά τα πήγαινε όσο ήτανε ζωντανός, φρόνιμος άνθρωπος, η μάνα του όμως ήταν χωριογύρα, κακή παρέα, χωρισμένοι πολλά χρόνια, την έβλεπε που και που αλλά όχι με όρεξη, είχε πρόβλημα με εκείνο το οιδιπόδειο που λένε όλοι. Της είχε μοιάσει και αυτό τον ξενέρωνε πολύ. Εκείνη έπαιζε συνέχεια άλογα στη στοά Ντορέ, εκεί στην πλατεία Ελευθερίας, ωραία γυναίκα, ψηλή, όμορφη, με στυλ, είχε πάντα λεφτά πάνω της, δεν δούλευε ποτέ, κοιτούσε μόνο τον εαυτό της και τον Σταυρή της τον είχε πάντα σε δεύτερη μοίρα, στο πορτ μπαγκάζ που λέμε. Το είχε παράπονο ο Σταύρος αυτό μεγάλο αλλά ποτέ δεν της το είπε, δεν πρόλαβε.

Μια μέρα πριν πολλά χρόνια ο Σταύρος έκανε πάλι το κόλπο με το πενηντάρικο, πολύ ριψοκίνδυνο κόλπο, έπρεπε να είσαι καλλιτέχνης και ηθοποιός σωστός για να το βγάλεις, μια μέρα που λέτε είχε μπει σε ένα από εκείνα τα μεγάλα ηλεκτρονικάδικα που βλέπεις και αγώνες σε οθόνες και πίνεις φραπεδάρες, εκεί κάτω στο Τάλως, στο εμπορικό κέντρο στην παραλιακή, είχε κλειδώσει το αυτοκίνητο, παρκαρισμένο στο πάρκινγκ, σαν κύριος, με τα καλά του ρούχα, καθότανε στο μπαρ και έπινε σιγανά τη μπύρα του χωρίς να ενοχλεί κανένα.

Κάπνισε και το τελευταίο του τσιγάρο και  κοίταξε προς τον πρώτο μπάρμαν, έβγαλε το πενηντάρικο από τη τσέπη, το έβαλε στον πάγκο, Κυριακή ήτανε και είχε ποδόσφαιρο, κόσμος παντού, γινόταν χαμός, όλοι έπαιρναν ποτά και καφέδες, απόγευμα, κατάλληλη ώρα για το “πενηντάρικο” σκέφτηκε ο Σταύρος, το είδε η δεύτερη μπαργούμαν στο χέρι του το χαρτονόμισμα, πήγε λίγο πιο πέρα, ξαναγύρισε, ο Σταύρος έκανε πως έριξε το ποτήρι και καλά κατά λάθος, τα έκανε όλα σκατά πάνω στο μπαρ, μπύρες και  νερά και ξηροκάρπια, το πενηντάρικο πιο πέρα να περιμένει κάποιο χέρι να το αρπάξει, η μπάργούμαν το είδε, έπιασε όμως να σκουπίζει το χάλι που είχε κάνει ο Σταύρος, εκείνος με τρόπο το τσέπωσε από τον πάγκο, η γυναίκα πήγε μέσα να πετάξει τα χαρτιά τα βγρεγμένα και τα βετέξ και ξαναγύρισε και κοίταξε το Σταύρο. Δεν ήταν και πολύ ψαρωμένη ρε πούστη.

“Τρία ευρώ είναι η μπύρα” είπε εκείνη.

“Σου έδωσα πενηντάρικο” είπε ο Σταύρος και χαμογέλασε άνετος.

“Εμένα; Δεν μου δώσατε….” είπε εκείνη με αμφιβολία τώρα.

“Πενηντάρικο σου έδωσα το ξέχασες;” είπε εκείνος τώρα πολύ εκνευρισμένος.

Εκείνη ήταν έτοιμη να υποκύψει στην τρομερή ηθοποιία του Σταύρου, το ατού του, μέχρι που ο μαλάκας ο προϊστάμενος έκανε την εμφάνιση του γιατί είχε ακούσει τη κουβέντα, παιχνίδι της τύχης, η ηθοποιία του ήταν τέλεια όπως και η τεχνική του.

“Τι έγινε εδώ;” είπε ένας άντρας γύρω στα σαράντα, νταβραντισμένος, έμοιαζε με πρώην παλαιστή.

“Η κοπέλα μου έδωσε λάθος ρέστα” είπε ο Σταύρος που άρχισε να υποψιάζεται πως το κόλπο είχε γαμηθεί από τη στιγμή που δεν του τα είχε δώσει από την αρχή τα ρέστα από πενηντάρικο.

“Μισό λεπτό κύριε” είπε ο παλαιστής, πήγε μέσα και γύρισε μετά από λίγο. Είχε πάει να δει τη κάμερα πάνω από το μπαρ. Αυτό ο Σταύρος δεν το είχε υπολογίσει, όντας ελαφρώς επιπόλαιος μερικές φορές και υπερβολικά σίγουρος για τον εαυτό του δεν είχε υπολογίσει την γαμημένη την τεχνολογία, ήταν λίγο της παλιάς σχολής βλέπεις.

Στη κάμερα φανήκανε όλα φυσικά, το πενηντάρικο και το τράβηγμα και το τσέπωμα.

Τον έβγαλαν έξω σηκωτό, κανείς δεν φώναξε τους μπάτσους, κάποιος τον χτύπησε με κάτι που έμοιαζε με κουρτινόξυλο στο στομάχι, ο Σταύρος έμεινε να κείτεται στο δρόμο, νύχτα. Το χτύπημα ήταν γρήγορο και θανατηφόρο, στο κέντρο ακριβώς του κορμού του.

“Με σκότωσες” είπε αόριστα στους τιμωρούς του που τον κοιτούσαν απαθείς.

“Αυτό είναι ένα μάθημα αρχιδάκι” είπε ο παλαιστής. Κάποιος του πέταξε τα δύο ευρώ ρέστα στο κεφάλι.

Η εσωτερική αιμορραγία τον έκανε να θέλει να κάνει εμετό,το χτύπημα ήταν πολύ δυνατό και ακριβές. Ζαλιζόταν. Με το ζόρι σηκώθηκε στα πόδια του, μεγάλο λάθος, πήγε τρεκλίζοντας μέχρι το αυτοκίνητο και μπήκε μέσα.

Η μητέρα του Σταύρου η Τζολινάρα, έτσι τη φωνάζανε όλοι στη στοά Ντορέ, Μαρία τη λέγανε κανονικά, έκανε μπινιές με τ’ άλογα, δούλευε με τηλέφωνο και κάποιος κύριος Μουκοβίνας της έδινε εντολές από την Αθήνα, μάζευε γνώμες, έδινε προγνωστικά στους άμοιρους τζογαδόρους, έλεγε ψέματα, προπαγάνδα, ανέβαζε τα στοιχήματα και τις αποδόσεις με τρόπο περίεργο, ενημέρωνε τον κύριο Μουκοβίνα κι εκείνος της έλεγε τι να παίξει, έτσι κέρδιζε πολλά, με τον όρο να μην εξαπατούσε τον κύριο Μουκοβίνα ποτέ.

Ο Σταύρος έφτασε στο σπίτι, σωριάστηκε στον καναπέ, τα στόρια όλα τραβηγμένα, ίδρωνε σαν γουρούνι από την ζαλάδα και την ανακατοσούρα, το κακό αίμα πλημμύριζε το μέσα του. Θυμήθηκε τον δάσκαλο του, τον είχε γνωρίσει στα ΚΤΕΛ όταν ήταν δεκαπέντε, ο δάσκαλος έπαιζε παπά πάνω σ’ ένα βαλιτσάκι καφέ στην είσοδο, ο Σταύρος τον κοιτούσε για ώρες, τον θαύμαζε για την γρηγοράδα του.

“Μάθε με αυτό που κάνεις” είπε ο Σταύρος στο γέρο.

“Σπάσε μικρέ” είπε ο γέρος.

“Όχι…μάθε με αυτό που κάνεις” είπε ο Σταύρος. Μοιραία στιγμή. Το σχολείο δεν του ταίριαζε του Σταύρου. Τον συμπάθησε ο γέρος, τσιγγάνος, ανοιχτή καρδιά αλλά πονηρή.

Του έδειξε ο γέρος τον παπά, πως το κάνεις και κλέβεις τον άλλο. Του είπε πολλά, τα θυμόταν όλα ακόμα.

“Υπάρχει πάντα ένα κορόιδο δίπλα σου..αυτό να θυμάσαι” είχε πει.

“Πως θα το βρίσκω;” είπε ο Σταύρος.

“Θα σε βρίσκει αυτό…μη το ψάξεις όμως εσύ…θα φας το κεφάλι σου…πρέπει το κορόιδο να έρθει σε σένα..και να θυμάσαι πάντα…μικρή κομπίνα και πολλές φορές..μικρή κομπίνα και πολλές φορές” είπε ο γέρος.

Ο Σταύρος ένευσε θετικά.

“Δώσε μου ένα δέκα χιλιάρικα” είπε ο γέρος.

“Δεν έχω” είπε ο Σταύρος.

“Δώσε μου ό,τι έχεις” είπε ο γέρος και έλαμψε το μάτι του.

Ο Σταύρος έψαξε τις τσέπες του και βρήκε ένα χιλιάρικο, δραχμές τότε ακόμα, ο γέρος το πήρε.

“Έλα πάλι αύριο” είπε ο γέρος και σηκώθηκε και έβαλε το χιλιάρικο στην τσέπη του.

Ο Σταυρής το θυμόταν ξαπλωμένος και γελούσε. Τον πούστη το γέρο του είχε φάει το χιλιάρικο, είχε πάει και την άλλη μέρα και την παράλλη και την επόμενη.

H Mυρτώ η Πλακούντα μπήκε μέσα στο υπνοδωμάτιο, ο Σταύρος δεν την είχε δει να μπαίνει έτσι που ήταν απορροφημένος από τις θύμησές του.

“Πολύ ωραία….δεν είμαστε μαζί ούτε δύο μήνες και μόλις με βλέπεις σε παίρνει ο ύπνος” είπε η Μυρτώ.

“Μωρό μου όταν δεν είσαι εδώ το μόνο που κάνω είναι να σ’ ονειρεύομαι” είπε ο Σταύρος.

“Βρωμάς” είπε εκείνη.

Αγκαλιαστήκανε μέσα στο σκοτάδι του δωματίου με τα τραβηγμένα στόρια.

Η κάμαρη μύρισε θειάφι και σπέρμα και ιδρώτα. Ο Σταύρος δεν ήταν καλά. Το κακό, σκούρο αίμα χυνόταν μέσα του και τον σκότωνε.

 

 

Στη δουλειά, το αφεντικό ήταν ζόρικο, είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ο Σταύρος δεν συμμετείχε στα πηγαδάκια των συναδέλφων του, έμενε σιωπηλός, το είχε μάθει στη φυλακή αυτό. Το αφεντικό τους έκανε τη ζωή πατίνι.

“Δεν πρέπει να χορεύεις όταν μιλάς στον πελάτη, πρέπει να στέκεσαι μπροστά του σταθερός σαν βράχος” του είπε το αφεντικό περιπαιχτικά.

“Δεν χορεύω” είπε ο Σταύρος ξερά.

Η μητέρα του τον είχε πάρει τηλέφωνο, από υποχρέωση πιο πολύ παρά από συμπόνια. Πήγε στο σπίτι του και τον επισκέφτηκε.

“Καιρό έχω να σε δω” είπε η Τζολινάρα.

“Περίπου ένα χρόνο” είπε ο Σταύρος με παράπονο καλυμμένο με ειρωνεία.

Της έφτιαξε καφέ. Του είπε πως ακόμα τραβιόταν με τον ιππόδρομο στη στοά.

“Χαίρομαι που σε βλέπω” είπε εκείνη. Άναψε τσιγάρο.

“Κι εγώ..μαμά” είπε ο Σταύρος με μισή καρδιά όμως. Αισθάνθηκε πάλι την αδιαθεσία, έγειρε πάνω στον καναπέ, η μητέρα του το κατάλαβε.

Πήγε κοντά του και του έπιασε το μέτωπο.

“Τι έχεις;”.

“Τίποτα….μια χαρά είμαι” είπε ο Σταύρος.

Ο Σταύρος μούγκρισε από τον πόνο, η μητέρα του του σήκωσε το πουκάμισο, η δεξιά του πλευρά κάτω από το στήθος ήταν σχεδόν μαύρη.

“Παναγία μου….τι έπαθες; Σε χτύπησαν;” είπε η Τζολινάρα.

“Στο Τάλως..έκανα μία μαλακία” είπε ο Σταύρος και μούγκρισε σαν λαβωμένο ζωάκι. Εκείνη σηκώθηκε αμέσως, έπιασε το τηλέφωνο της από την τσάντα, μίλησε με κάποιον. Το ασθενοφόρο ήρθε μετά από μισή ώρα, τον φόρτωσαν και έκλεισαν την πόρτα, κόσμος είχε μαζευτεί από τη γειτονιά. Οι Μεσαμπελιές ήταν γεμάτο περίεργους χωριαταραίους νεοαστούς.

“Ο γιος σας κυρία Μαρία είναι….πως να το πω…δεν είναι σε καλή κατάσταση…υπάρχει σοβαρή εσωτερική αιμορραγία…είναι κάπως προχωρημένη…το συκώτι του είναι πρησμένο σε μεγάλο βαθμό” ψέλλισε ο γιατρός στην ιδιωτική κλινική που τον πήγανε.

“Κάντον καλά…δεν ξέρω τι λες…ξέρεις για ποιον δουλεύω…ξέρεις πολύ καλά για ποιον δουλεύω” είπε η Τζολινάρα και έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι νευρικά, οι στάχτες πετάχτηκαν έξω, σηκώθηκε και βγήκε από το γραφείο του γιατρού.

“Ο κύριος Μουκοβίνας…βεβαίως και ξέρω…είναι πολύ σοβαρά όμως το παιδί..δεν ξέρω εάν…” είπε πάλι κεκεδίστικα ο γιατρός κίτρινος σαν λεμόνι.

“Σκέψου την οικογένεια σου, σκέψου εσένα πρώτα απ’ όλα..σκέψου πως άνοιξες την κλινική σου..με ποιανού τις πλάτες” είπε εκείνη και έκλεισε την πόρτα πίσω της με δύναμη.

Το μηχάνημα ρουφούσε ασταμάτητα αίμα για μία ολόκληρη εβδομάδα, συγκεντρωμένο ανάμεσα στο συκώτι και στη σπλήνα του Σταύρου, ένα άλλο σωληνάκι έβαζε καινούριο αίμα από μία μπουκάλα στη γωνία του δωματίου της εντατικής μέσα στις φλέβες του, νέον φώτα παντού. Σκοτεινά όνειρα λίμναζαν στο κεφάλι του Σταύρου γεμάτα σκυλόψαρα και σπάρους με αίμα στο στόμα. Ένα κομμάτι από Σοφτ Χιπ με τον τίτλο Τέρα Νόβα έπαιζε μέσα στους διαδρόμους του εγκεφάλου του.

“Είστε η μητέρα του Σταύρου;; Αυτό είναι θαύμα! Μα πως είναι δυνατόν;; Τόσο νέα γυναίκα!” είπε ενθουσιασμένη η Μυρτώ η Πλακούντα. Είχε πάει να επισκεφτεί το αγόρι της στο νοσοκομείο.

“Όλα είναι δυνατά” είπε με στυλ η Τζολινάρα. Δεν της είχε γεμίσει το μάτι. Άλλο ένα τσόλι, σκέφτηκε.

Έπεσε σιωπή, η Μυρτώ κοίταξε με συμπόνια το σώμα του Σταύρου στο κρεβάτι.

“Εσύ ποια είσαι ακριβώς;” είπε η Τζολινάρα.

“Είμαι…είμαι η φίλη του Σταύρου..Μυρτώ με λένε”.

“Φαντάζομαι πως θα είσαι φίλη με πολύ κόσμο” είπε περιπαιχτικά η Τζολινάρα. Τα κόκκινα βαμμένα μαλλιά της ανατρίχιασαν για μία στιγμή.

“Μα για να σας δω….τώρα που σας ξαναρίχνω μία δεύτερη ματιά…ναι..είναι φανερό πως είστε η μητέρα του Σταύρου” είπε με μίσος η Μυρτώ.

“Ήρεμα” είπε ο Σταύρος σιγανά. Η φωνή του γεμάτη φλέγματα.

Η Τζολινάρα του είχε σώσει τη ζωή, η μητέρα του, για δεύτερη φορά του έδινε τη ζωή. Εκείνη έπιασε την τσάντα της, τον άφησε εκεί με τη Μυρτώ.

“Βλέπω πως είσαι καλύτερα. Θα σε πάρω τηλέφωνο” είπε η μητέρα του και έκλεισε για άλλη μια φορά τη πόρτα πίσω της.

 

Η δουλειά ήταν εύκολη και βαρετή, λίγα όμως τα λεφτά, αυτό τον έκανε να αισθάνεται μειονεκτικά. Δεν του άρεσε να φοράει τη στολή καθόλου, τα πολυκαταστήματα είχαν αυτή την ιδιαιτερότητα, λίγα λεφτά πολύ στολή, πολύ δήθεν όλα. Το αφεντικό του ήταν μαλάκας, ανίκητος, τρομερά κομπλεξικό άτομο.

“Σταύρο…Σταύρο…..πάλι λάθος έκανες…δεν στεκόμαστε έτσι μπροστά από τον πελάτη…δεν τον ακουμπάμε ποτέ…του δίνουμε το βιβλίο…έτσι..να…δεν ξέρεις να δίνεις κάτι σε κάποιον..για όνομα του θεού! Δεν σου έμαθε τίποτα η μητέρα σου; Τόσο δύσκολο είναι;” έλεγε το αφεντικό και του έδειχνε πως να δίνει βιβλία σε χέρια που περιμένουν με εκείνο το ειρωνικό ηλίθιο χαμόγελο καθισμένο στο πρόσωπο του. Ο Σταύρος σκεφτόταν το πρόσωπο εκείνο χωρίς στόμα, δέρμα απλωμένο σε απλώστρα να στεγνώνει στον ήλιο.

“Μόνο το σεξ;” είπε η Μυρτώ η Πλακούντα.

“Τι εννοείς;” είπε ο Σταύρος καθισμένος στο αναπηρικό του καροτσάκι, είχε αναρρώσει, στην κλινική ακόμα.

“Εννοώ…μόνο το σεξ σ’ ενδιαφέρει;”.

“Θέλεις γάμο;”.

“Δεν ξέρω…μπορεί και να θέλω” είπε η Μυρτώ και κοίταξε κάτω σαν να ντράπηκε, αμέσως άναψε τσιγάρο. Μία δόση από νεοαστικοχωριατισμό καλυμμένο με παράπονο πέταξε η καρδιά της μέσα στις φλέβες της και αυτό ο Σταύρος το μύρισε αμέσως.

Μία νοσοκόμα μπήκε μέσα και πήρε την σιδερένια πάπια του Σταύρου από το κρεβάτι,

“Είμαι ένα πολύ πρακτικό κορίτσι” είπε η Μυρτώ. “Δεν θέλω να παίρνω λιγότερα απ’ ότι δίνω”. Ο Σταύρος είχε φτάσει με το καροτσάκι στο παράθυρο και κοιτούσε έξω. Φαντασιώθηκε τη Μυρτώ γδαρμένη και το δέρμα της απλωμένο στην απλώστρα, το αίμα να στάζει σαν νερό στον ήλιο. Δεν ήξερε γιατί είχε τόσο βίαιες σκέψεις τώρα τελευταία. Η πίεση, σκέφτηκε. Μπορεί να έχω πίεση ή όγκο στον εγκέφαλο, σκέφτηκε ο Σταύρος και κοίταξε τις λεύκες έξω από το παράθυρο που πηγαινοφέρνανε σαν χορευτές τα ψηλά, πράσινα κορμιά τους στον αέρα, ανενόχλητες από ηλίθια κόμπλεξ και σκέψεις για τ’ οτιδήποτε.

“Δεν ξέρω ακόμα τι δουλειά κάνεις…ότι κι αν είσαι…όλοι χρειάζονται ένα κορίτσι δίπλα τους” είπε η Μυρτώ με ψεύτικη γλύκα στο λαρύγγι.

Ο Σταύρος δεν μίλησε.

“Τι πουλάς; Τι ακριβώς πουλάς;” ρώτησε η Μυρτώ τώρα πιο σοβαρά.

“Αυτοδιαχείριση” είπε ο Σταύρος σιγανά.

“Ο θεός μόνο ξέρει τι είναι αυτό πάλι”. Η Μυρτώ σηκώθηκε να φύγει.

“Δεν έχει φιλάκι;” είπε ο Σταύρος που ήθελε λίγο να πιάσει βυζί, να προσγειωθεί πάλι πίσω στο δωμάτιο, να κατέβει από τις λεύκες και το κούνημα τους.

Η Μυρτώ έκατσε κάπως άτσαλα πάνω του, ο Σταύρος μούγκρισε από τον πόνο, εκείνη τον φίλησε απαλά στο στόμα, μπήκε μέσα η νοσοκόμα ξανά. Του είχε σηκωθεί αρκετά. Είχε καιρό να χύσει.

“Ώρα για ξεκούραση” είπε η νοσοκόμα.

Η Μυρτώ η Πλακούντα έφυγε, έμεινε μόνος του με την νοσοκόμα.

Σηκώθηκε με την βοήθεια της από το αναπηρικό καροτσάκι και καβάλησε το κρεβάτι.

Η νοσοκόμα ήταν ομορφούλα. Είδε το καβλωμένο του μόριο μέσα από τη ρόμπα της κλινικής.

“Χρειάζεστε ξεκούραση” είπε ο Σταύρος.

“Κανονικά εγώ θα έπρεπε να το πω αυτό για σας” είπε η νοσοκόμα. Κοντούλα, μελαχρινή, μέτρια βυζιά,ωραία πόδια, μεγάλος κώλος που φώλιαζε έρωτα για τον οποιωνδήποτε άπλωνε πρώτος το χέρι του να τον διεκδικήσει.

“Αν δεν ξεκουραστείτε θα σας μαλώσω” είπε ο Σταύρος και της έπιασε τον κώλο απαλά σαν ετοιμοθάνατος γέρος.

“Εσείς αν δεν ξεκουραστείτε…θα το πω στη μαμά σας” είπε η νοσοκόμα με καλή διάθεση ο Σταύρος όμως σκοτείνιασε, το πρόσωπο του άλλαξε και θυμήθηκε εκείνη την απλώστρα με το δέρμα που έτρεχε και στέγνωνε στον ήλιο, είδε τον εαυτό του να κρατάει το τομάρι ψηλά και να το κοιτάει. Δεν είπε τίποτα προς απάντηση. Άφησε το χέρι του να πέσει από τα πισινά της σαν μελάτο πέος στον πηχτό αέρα του δωματίου, ξενερωμένος.

[συνεχίζεται]

Κείμενο και σκίτσο: Στέλιος Παπαγρηγορίου

http://steliospapagrigoriou.blogspot.gr

Διαβάστε τη συνέντευξη του Στέλιου Παπαγρηγορίου στο ΓΚΡΕΚΑ εδώ.

Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο facebook: https://www.facebook.com/grekamag

Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο instagram: http://instagram.com/grekamag