Δεν ξύπνησα μια μέρα και είπα θα γίνω ποιήτρια. Διαπίστωσα όμως ότι όταν γράφω κάτι προσωπικό νιώθω ένα ωραίο «άδειασμα». Ένα ξέσπασμα. Πώς άλλοι χτυπάνε κλοτσιές στον τοίχο; Τώρα στα 16 αισθάνομαι ότι μπορώ  να δώσω σε αυτό το ξέσπασμα μορφή. Δεν έχω την πείρα για να λέω πως αυτό που κάνω είναι καθαρή ποίηση. Απλώς είναι ο ιδιαίτερος τρόπος που έχω για να εκφράζομαι. Στην τάξη μου είμαστε δυο παιδιά που γράφουμε (από όσο ξέρω). Ένα αγόρι και εγώ. Είμαστε βέβαια πολύ διαφορετικοί και αυτό φαίνεται και στην ποίησή μας. Εκείνος γράφει  ερωτική ποίηση, εγώ κοινωνική. Ο έρωτας σε μένα εγκλωβίζεται κάπως μέσα μου και δεν μπορεί να βγει. Εκείνος είναι εξωστρεφής και κοινωνικός, ενώ εγώ το αντίθετο.

photo(37)mmmmmm5

Μερικές φορές απορώ για εκείνον, πώς ανάμεσα σε τόσες παρέες και πολυλογία καταφέρνει να κλείνεται στον εαυτό του και γράφει. Όχι, δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του; Πώς σου ήρθε αυτό; Δεν ξέρω τι θα κάνω στο μέλλον. Μπορεί και δημοσιογραφία για να είμαι πιο κοντά  στις λέξεις. Άλλα μπορεί και όχι. Δεν συστήνομαι σαν ποιήτρια, ούτε και μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να το κάνει στο μέλλον. Μόνο η Ιουλίτα του Ελύτη το κάνει. Ίσως γιατί μου ακούγεται σαν επίδειξη ικανοτήτων, «εγώ γράφω ποίηση άρα είμαι ανώτερου πνευματικού επιπέδου από σένα».Απεχθάνομαι, άλλωστε, αυτή την συνήθεια που έχουμε ορισμένοι να βάζουμε τους ανθρώπους σε κουτιά. Την πρώτη μου απαγγελία μπροστά σε κόσμο την έκανα με χίλια ζόρια στην περσινή σχολική παρουσίαση. Ένιωθα να πνίγομαι. Με δυσκολία κατάπινα. Ο κόσμος, πόσο μάλλον οι μαθητές, έχουν την ποίηση στο μυαλό τους σαν κάτι το εξαιρετικά βαρετό και δυσνόητο. Για να καταφέρεις να τους αλλάξεις γνώμη, δεν αρκεί απλώς να προφέρεις τις λέξεις, πρέπει να είσαι σίγουρη για αυτά που ξεστομίζεις. Ένιωθα  αρκετά γελοία. Στην ποίηση όλα είναι υποκειμενικά. Αυτό που για σένα σημαίνει τα πάντα, για τους άλλους μπορεί να φαίνεται σκουπίδι. Και το αντίστροφο. Αυτό που κάνει ένα ποίημα καλό, είναι η αμεσότητα. Να το διαβάζει ο άλλος και να συμπάσχει με ό,τι συνέβη στον ποιητή την ώρα που έβγαινε  αυτό το «κάτι» από  μέσα του.

photo(38)mmmmm3

Ο Νικόλας Άσιμος (για μένα είναι ποιητής), η Κατερίνα Γώγου, ο  Καρυωτάκης, ο Χριστιανόπουλος. Ο  πατέρας μου είναι δάσκαλος στο δημοτικό, η μητέρα μου ζωγράφος, η αντίδραση του πατέρα μου όταν με είδε να διαβάζω Καρυωτάκη ήταν σαν να έκανα κάτι κακό «τι τον διαβάζεις αυτόν τον τρελό», είπε. Το να είναι κάποιος ποιητής δεν του προσφέρει προνόμια όπως: χρήμα, δημοσιότητα, άνετη ζωή, αλλά είναι μια εσωτερική ανάγκη. Είναι κάτι σαν φυλαχτό από σκέψεις που όταν χρειαστεί θα σε προστατέψει από μια δυνατή μπόρα. Εκείνοι που δεν έχουν ομπρέλα ή ακόμα καλύτερα επέλεξαν να της δώσουν μια -να πάει από κει που ’ρθε-, αυτοί χρειάζονται πραγματικά την ποίηση. Η διαδικασία της γραφής είναι πάντα επώδυνη. Ακριβώς γιατί είναι τόσα αυτά που σου ζητούν λύτρωση και δεν την βρίσκουν. Έτσι, όταν πια έχει περάσει η «φρίκη» και πας να ξαναδιαβάσεις παλιά γραπτά, λες «πώς κατάφερα και άντεξα τότε;».

Τι κάνω καθημερινά; Πάω ανάποδα από το ρεύμα, αυτό κάνω. Κανονικά τώρα θα έπρεπε να είμαι στην καφετέρια να μιλάω για γκόμενους, να πεθαίνω για Robert Patinson, να ακούω Πάολα στο κινητό με touch screen και να βάφομαι κάθε φορά που βγαίνω από το σπίτι. Για μένα θλίψη είναι να πηγαίνεις σε ένα πάρτι και ανάμεσα σε όλον αυτόν τον κόσμο -και μάλιστα συνομήλικους σου- να ανακαλύπτεις πόσο μόνη στα αλήθεια είσαι.

photo(39)Βmmmmm2

Τι με κάνει χαρούμενη; Πολλά πράγματα. Να χορεύω. Μία αναπάντεχα καλή ταινία, κριθαράκι με κόκκινη σάλτσα και βούτυρο συνταγή της γιαγιάς, το βρεγμένο χώμα και η μυρωδιά του, να φωτογραφίζω άγνωστους ανθρώπους στο δρόμο εκεί που δεν το περιμένουν, να  ακούω μουσική και να ονειρεύομαι πως ακροβατώ σε σκοινί. Να αγαπώ για να μ’ αγαπούν, και να συγχωρώ για να με συγχωρούν.

 

Πώς φαντάζομαι τον εαυτό μου στο μέλλον; Άνεργη ακτιβίστρια που σκαλίζει που και που τις λέξεις.

 

Η Μάρω Κάσσαρη σε παραμιλητό  στην κουζίνα

Μη μ’ ενοχλείς, έχω  δουλειά
μέχρι τις επτά να μαζευτείς, θα φάμε όλοι μαζί στη  γιαγιά.
Στα μισόλογα πρέπει να σε εκπαιδεύσω
μα πρώτα τα απωθημένα στον νεροχύτη
έχω να ξεμπερδέψω.

Μη σε νοιάζει, γρήγορα θα τα ξεβρομίσω,
τον εαυτό μου στον καθρέπτη άλλη ώρα
θα βρω να βρίσω.

Προς το παρόν θα ξεχαστώ, ας ανοίξω την TV
Με μοντέλα, κλέφτες και επιχειρηματίες ήρθε η ώρα να ταυτιστώ.
Κι έτσι η μαυρίλα δεν είναι πλέον ορατή.
Για στάσου, κάτι ακούω στο ραδιόφωνο,
ίσως τον άλλο μου εαυτό να μ’ απειλεί απ’ το μικρόφωνο:

«Δεν εκπλήρωσες τον στόχο
Δεν υπάρχει μέλλον για σένα
Κόπιασε στην ψυχολόγο
κάτι θα βρει να πει για περιπτώσεις σαν και σένα».

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη