Τον πλούσιο τον γνώρισα πάνω σε ένα σκάφος πολύ χλίδα, απ’ αυτά που θα ζήλευε και ο Ωνάσης. Με πήρε ένα φίλος μου πολύ χλιμίντζουρας και γλείφτης, μου είπε «έλα, θα έχει ωραία ποτά, φαγητό μουσική και γαμπρούς». Εγώ τα βαριέμαι αυτά τα «κοσμικουά», αλλά έσκαγε ο τζίτζικας στην πόλη και μια κρουαζιέρα μέσα στη νύχτα μου φάνηκε καλή ιδέα για απόδραση. Τελικά δεν ήταν άσχημα, ο κόσμος, βέβαια, δράμα. Όλοι τους τζιτζιφιόγκοι, από αυτούς που το παίζουν τύπου ψαγμένοι, με χαλαρό t-shirt, που τάχα μου συχνάζουν στα Εξάρχεια, αλλά ούτε και που ξέρουν κατά πού πέφτουν τα Εξάρχεια. Απ’ έξω, δηλαδή, αλητεία και από μέσα λούστρο και βούτυρο, και ό,τι ανάστημα αποκλειστικά με τα λεφτά του μπαμπά.

Το είχα ρίξει στα κοκτέιλ γιατί ήξερα ότι από κει μέσα δεν θα έβγαζα γκόμενο. Προς τα μέσα της κρουαζιέρας με είχε πλευρίσει ένα ψηλός, εντάξει, όχι άσχημος, και τα έλεγε χαριτωμένα και η ώρα πέρναγε. Κάποια στιγμή που ένιωσα άσχημα, του λέω: «Ξέρεις τον χαλασμένο μαλάκα που τα έχει όλα αυτά, και ξοδεύει τόση σαμπάνια στο όνομα της ματαιοδοξίας του;». Μου λέει: «Ναι, τον ξέρω, όταν τον δω θα στον δείξω. Θα τον καταλάβεις, όμως, γιατί είναι μεγάλη λούγκρα ο τύπος». «Σώπα», λέω εγώ, «κρίμα τόσο μεγάλο τζάκι και να μην ανάβει σωστά, να μην τραβάει τον καπνό προς τα πάνω». Τέτοια λέγαμε και γελούσα και κατηγορούσαμε τον οικοδεσπότη και πίναμε και γελάγαμε στην υγειά του και το αεράκι φύσαγε ευνοϊκά για μας. Κάποια στιγμή ο φλερτουά μου πήγε προς νερού του και ήρθε δίπλα μου ο φίλος μου ο γλείφτης και μου λέει «Σνομπάρεις, σνομπάρεις, αλλά όλο το βράδυ δεν ξεκόλλησες από τον εφοπλιστή». «Τον ποιον;» είπα εγώ και έπαθα χίλια εγκεφαλικά. Πάλι την είχα κάνει την γκάφα μου η ξανθιά. Κάτι τέτοια κάνω μετά από δέκα χρόνια στο ντεκαπάζ. Στο ίδιο του το σκάφος, στο άνδρο του, εγώ τον χλεύαζα και τον κορόιδευα μπροστά στα μούτρα του, κι αυτός αντί να ζητήσει να με ρίξουν στη θάλασσα και τα σκυλόψαρα, το είχε χειριστεί με χιούμορ και στυλ. Δεν το συζητώ, είχε ανέβει σκάλες στα μάτια μου. Αίφνης έγινε ο πιο κουλ πλούσιος που ήξερα ποτέ. Και έτσι, εξαιτίας της γκάφας μου, αποφάσισα να αφήσω κατά μέρος τα ταξικά μου κόμπλεξ και με τα δωδεκάποντά μου να ανέβω κοινωνική κάστα με άνεση και σιγουριά.

 

Το πράγμα προχώρησε. Με ήθελε, μου το έδειχνε, και είχε και δισεκατομμύρια, γιατί έπρεπε να νιώθω άσχημα γι’ αυτό; Τέτοια έλεγα και προσπαθούσα να βάλω σε καταστολή τον μποέμ εαυτό μου. Σε φίλους πάντως και γνωστούς το έκρυβα ότι έβγαινα μαζί του και αυτό από μόνο του ήταν ύποπτο. Πάντως, το αίσθημα είχε ξεκινήσει και είχα πολλά έξτρα. Ωραία εστιατόρια, λέλουδα με τη σέσουλα, από αυτά που το καθένα στοιχίζει μια περιουσία, και αποδράσεις «ουάου», τύπου πάμε να φάμε στη Ρώμη με το ιδιωτικό μου αεροπλάνο, και γυρνάμε αύριο. Εγώ είχα αφεθεί στα χέρια της τύχης. Κάτι σαν την Άλι Μαγκρό στο «Love story». Μακριά βέβαια από μας, φτου φτου, η λευχαιμία.

O πλούσιος είχε αρχίσει να μου κάνει λίγο παραμυθάκι. Εγώ Σταχτοπούτα, me Jane, αυτός ο πρίγκιπας, you Tarzan. Είχε γίνει κάτι σαν το εκλεκτό κισμέτ μου, που θα με έσωζε από το βάρος του να περιμένεις κάθε μήνα να σου σκάσουν το μηνιάτικο για να πληρώσεις το νοίκι.

Το πήγαινα, μάλιστα, καλά το πράγμα, και μυαλωμένα, σαν τις παλιές Σμυρνιές. Του το ‘παιζα τύπου δύσκολη. Σκεφτόμουν: «Τι άλλο έχω εγώ η πτωχή για να τον κρατήσω, πέρα από τα μεταξωτά και τον ερωτισμό μου;». Δεν θα του δινόμουν έτσι εύκολα, να με «γλεντήσει» και να με παρατήσει. Και έτσι, όσο το καθυστερούσα το σεξ το επιούσιο, τον είχα κάνει τον πλούσιο τον καληνυχτάκια μου. Καθώς φάνηκε, την ήθελε την αναμονή του, γιατί όσο ανέβαζα τον πήχη της δυσκολίας τόσο εκείνος επέμενε. Όμως επειδή οι πλούσιοι δεν φημίζονται για την υπομονή τους, όταν τον είδα ότι άρχισε να κουράζεται και θα μου τον έπαιρνε, έτσι που τον είχα να στάζει πόθο, κανένα δίμετρο μοντέλο από την Ουκρανία, εκεί ακριβώς που δεν έπαιρνε πια άλλη καθυστέρηση, δέχτηκα να πάω να τον βρω στη βίλα του και ό,τι αυτό σημαίνει, στα ελληνικά ή στα κυπριακά.

Το σπίτι ήταν υπερπαραγωγή και θύμιζε Δυναστεία. Πολύ φορτώ για τα γούστα μου, αλλά σίγουρα υπερθέαμα απ’ αυτά που θα ζήλευε και η Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη. Ο εφοπλιστής με ξενάγησε και μας πήρε ώρα η ξενάγηση. «Αυτός εδώ είναι Πικάσο», έλεγε, «αυτός Ματίς», «αα, ναι, κι αυτή η ψείρα είναι Βαν Γκογκ». Αν μη τι άλλο, πρώτη φορά ένα σπίτι θύμιζε τόσο πολύ μουσείο. Κάτι η τέχνη, κάτι το χαβιάρι και η σαμπάνια, ο ερωτισμός είχε πάρει μια στροφή πιο εκλεπτυσμένη, που δεν ήταν για καλό, γιατί στον έρωτα το θέλεις το χειμαδιό σου και το λαϊκό το παιδί από την Κοκινιά. Εμείς πάλι ήμασταν σε φάση η Κυρία Τεπενδρή βγάζει γούστα, δηλαδή η χαρά του Κακανιά. Μετά το εκλεκτό κρασί και το εξαίσιο δείπνο κάτω από το φως των κεριών, ο πλούσιος με πήγε στα ενδότερα, σ’ αυτό που λέμε στα μέσα διαμερίσματα. Και τότε, φίλοι μου, ξεκίνησαν να γελάνε όλες οι εκδοχές της ύπαρξής μου. Που πας, βρε μουρλοκακομοίρα, φώναζε προειδοποιητικά το σύμπαν, αλλά εμένα με είχε φλομώσει το parfum της υπεροχής και για λίγο μ’ άρεσε ο ρόλος της πάμπλουτης δυστυχισμένης που αγοράζει διαμάντια για να πνίγει τον καημό της. Just like anagoula.

 

Περάσαμε στο υπνοδωμάτιό του που ήταν όσο όλο μου το σπίτι. Το δωμάτιο πολύ ουάου, με υπερυψωμένο κρεβάτι και όλα στην εντέλεια, με μπάνιο, με τζακούζι που έμοιαζε με εσωτερική πισίνα κ.λπ. Και εκεί αριστερά υπήρχε κάτι σαν μικρή εσοχή, κάτι σαν γκαρνταρόμπα. Με πήρε από το χέρι και με πήγε αποφασιστικά εκεί. Νόμιζα ότι θα δω κανέναν άλλο Πικάσο, όμως εκεί μέσα ήταν κρυμμένη η αθώα του πλευρά. Είχε μαζεμένα όλα τα λούτρινα αρκουδάκια της παιδικής του ηλικίας. «Εδώ είναι», είπε, «ο παράδεισός μου». Paradiso perduto. Όπως μου είπε, ξεδιπλώνοντας τον μύχιό του εαυτό, δεν μπορεί να αποχωριστεί τα αρκουδάκια του και εδικά την Ντίντη και τον Ντόντο. Ήταν κάτι συφοριασμένα πιθηκάκια τύπου σετάκι κορίτσι αγόρι, απ’ αυτά που έχουν μεγάλα πιθηκίσια χέρια και αγκαλιάζονται μεταξύ τους αλλά μπορείς και να τα χωρίσεις. Προφανώς τα είχε από τη δεκαετία του εβδομήντα, είχαν φθαρεί, σκονιστεί και ταλαιπωρηθεί. Οι μουσούδες τους είχαν αλλοιωθεί και είχαν αλλάξει και χρώμα. Τα πήρε και τα αγκάλιασε, άνοιξε τα χέρια του ενός και τα τύλιξε στο λαιμό του και έβαλε το άλλο στον δικό μου λαιμό. Μια μπόχα μου ήρθε και δεν ήξερα τι να κάνω. «Εσύ πήρες το κορίτσι», είπε, «εγώ το αγόρι». «Και πώς τα ξεχωρίζεις», είπα εγώ, μην έχοντας τίποτα καλύτερο να πω. «Να, αυτή είναι η Ντίντη και αυτός ο Ντόντο. Δες, η Ντίντη φοράει κόκκινο κορδελάκι». «Ααα», έκανα εγώ, και ήταν σαν να ήμουν στο δωμάτιο με τη Σελήνη, δηλαδή την Ελένη Κούρκουλα, τότε στις μεγάλες της δόξες, που έκανε το καθυστερημένο στη «Λάμψη» και έσερνε ένα αρκουδάκι, τον Χόχο, και του έλεγε «εγώ Σελήνη εσύ Χόχο». Πριν δηλαδή γίνει βουλευτής, και υφυπουργός, τότε που ήταν μόνο η Σελήνη. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω και έτσι είπα «αχ, γλυκούλικα», αλλά ήξερα ότι αυτή η διαστροφή θα έγραφε ιστορία, γιατί είχε αφήσει τον πραγματικό εαυτό του να βγει στην επιφάνεια.

Ο πλούσιος έφερε τα αρκουδάκια του και τα ακούμπησε στο κρεβάτι. «Τα έχω», είπε, «πάντα μαζί μου στις πιο δικές μου στιγμές». Και μου έκλεισε με νοήμα το μάτι. Αμέσως κατάλαβα από πού ερχόταν η μπόχα ,γιατί μαζί με σκόνη και παλιατζούρα, αυτά τα λούτρινα είχαν πάνω τους και κάθε άλλου είδους χυμούς. Μπλιαξ. Και τότε έγινε και αυτό. Ο πλούσιος που μέχρι τότε πρέπει να πω ότι έδειχνε νορμάλ και, όπως είπαμε, και με χιούμορ (αυτά τα λέω για να δικαιολογηθώ), πήρε στα χέρια του τα αρκουδάκια και έκανε ότι κάνουν σεξ. Μάλιστα, έκανε και τους διαλόγους τους. «Αχ, Ντόντο, είσαι τόσο προικισμένος. Τι θα μου κάνεις;»

Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, ούτε ο Φρόυντ θα ήξερε. Ο πλούσιος τότε μου είπε μια μεγάλη αλήθεια της ζωής: «Ξέρεις, εμείς οι άντρες, πέρα από τα δέκα λεπτά της στύσης μας, όλο τον υπόλοιπο χρόνο είμαστε μικρά αγοράκια». Μεγάλη αλήθεια, αλλά άλλο πράγμα το ποδόσφαιρο και το Playstation. Από την παιδική ηλικία είχα οδηγηθεί στη βρεφονηπιακή.

Προσπαθούσα να τα βγάλω όλα αυτά από το μυαλό μου. Να σκεφτώ τη ναυαρχίδα του, και άλλα ίσως κρυφά του προσόντα. Όμως εκεί, πάνω στο προκατά, αυτός δεν βοηθούσε. Κάθε τόσο μου έφερνε το βρομολούτρινο πιθήκι στη μούρη και έκανε ότι μου έδινε κι αυτό φιλάκια και έκανε και φωνούλα. «Ο Ντόντο γουστάρει τα ωραία σου χειλάκια». «Η Ντίντη» θέλει να βγάλεις το σουτιέν και το βρακάκι σου. «Η Ντίντη και ο Ντόντο συμφωνούν ότι θέλουν να σε δουν να βγάζεις τα ρούχα σου». Ένιωθα ότι ήμουν σε παρτούζα με λούτρινα πιθήκια και κάθε τρεις και λίγο έκανε τις δικές τους φωνούλες που όλο και κάτι πορνο-γλυκούλι μου ζητούσαν. Ένιωθα τρομερά γελοία. Ήμουν εν μέσω της πιο μεγάλης ερωτικής μου παρωδίας. Η Σταχτοπούτα έγινε πάλι Σταχτοπούτα, η άμαξα κολοκύθα. Κι εγώ έπρεπε να την κάνω και να αφήσω τον πλούσιο εκεί, αγκαλιά με τα δικά του ψυχοδράματα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, φόρεσα ότι είχε πέσει κάτω, και είπα «Ντίντη, Ντόντο, η μαμά θα πάει τώρα σπίτι και όταν ξανάρθει θα σας φέρει μπανάνες». Ο πλούσιος έκανε φωνή Ντίντη – Ντόντο και είπε «Έχουμε κι εμείς μπανάνες» και τότε εγώ του είπα «Ναι, αλλά δεν είναι Chiquita». O πλούσιος, που ποτέ δεν είχε κοιτάξει την ετικέτα πάνω στις μπανάνες, είπε «Τι σημαίνει τσικίτα;» και εγώ είπα «Κάτι που θα ενθουσιάσει την Ντίντη και τον Ντόντο και σένα μαζί», και κάπως έτσι, τεχνηέντως δηλαδή, γλίστρησα έξω από το παλάτι του παλιμπαιδισμού και της λούτρινης παράνοιας.

Για λίγες μέρες έπαιρνε τηλέφωνα και μου μίλαγε σαν Ντόντο. Μετά σταμάτησε∙ μάλλον θα βαρέθηκε. Το καλό με τους πλούσιους είναι ότι δεν προσπαθούν και πολύ. Γρήγορα βαριούνται και βρίσκουν άλλο παιχνίδι.

Τον έχασα για καιρό. Τον είδα μετά από χρόνια σε ένα κάλεσμα. Ήταν εγκάρδιος, φιλικός, μου φάνηκε μάλιστα και πιο ψηλός και πιο ώριμος και γοητευτικός. Κι έτσι όπως τα λέγαμε ανάλαφρα, τον ρώτησα «Τι κάνουν τα πιθηκάκια σου, η Ντίντη και ο Ντόντο;». Και τότε εκείνος, πιο σοβαρός και πλούσιος παρά ποτέ, μου είπε «Δεν σε καταλαβαίνω, για ποια πιθηκάκια μιλάς;». Έκτοτε, όσες φορές και αν τον είδα, σταθερά με απέφευγε και μου έκανε μόνο νεύμα με το κεφάλι από μακριά. Τι τραβάνε κι αυτοί οι πλούσιοι. Τέλος ιστορίας. Το έζησα κι αυτό.

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη